ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1940

2013
Υπόμνημα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) προς τον επικεφαλής της Ομάδας Δράσης για την Ελλάδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Χορστ Ράιχενμπαχ
Ημερομηνία: 11 Φεβρουαρίου 2013 11:11:12


Παρά τις τεράστιες θυσίες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια από τον ελληνικό λαό και τις επιχειρήσεις της χώρας, μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί ουσιαστική βελτίωση της οικονομίας.
Ο φαύλος κύκλος της υπερφορολόγησης, της ύφεσης, της ανεργίας συνεχίζεται, συσσωρεύοντας επιχειρηματικά συντρίμμια και κοινωνική εξαθλίωση, χωρίς ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Αποστολή της Ομάδας, στην οποία προΐσταστε είναι η παροχή τεχνογνωσίας προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα που σήμερα εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας.

Στην προσπάθειά σας αυτή, οι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου και ειδικότερα το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης θα σταθούν αρωγοί, ευελπιστώντας ότι οι θέσεις και οι απόψεις μας θα εισακουστούν. Ο επιχειρηματικός κόσμος γνωρίζει πολύ καλά ότι χωρίς πραγματική βούληση για την ανάπτυξη της χώρας και χωρίς μέτρα που θα ενισχύουν την πραγματική οικονομία, μεταστροφή προς το θετικότερο δεν θα υπάρξει.

Αντίθετα, ο κύκλος της διαρκούς ύφεσης θα είναι επαναλαμβανόμενος με θύματα μόνον επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Αναμφίβολα ο μεγάλος ασθενής στη χώρα μας είναι η Δημόσια Διοίκηση. Το φάρμακο το οποίο όμως χορηγήθηκε, δηλαδή οι οριζόντιες μισθολογικές περικοπές και η αποτυχημένη εφαρμογή της εργασιακής εφεδρείας, αποδείχθηκε ότι επιδείνωσαν και δεν βελτίωσαν την κατάσταση.
Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) πιστεύει βαθιά ότι με οριζόντιες πολιτικές, η τακτική των οποίων είχε επιλεγεί κατά το πρόσφατο παρελθόν, δεν θα επιτευχθεί ο στόχος της αύξησης των δημοσίων εσόδων.

Εκείνο που θα πρέπει να γίνει κοινός τόπος είναι ότι απαιτείται η προστασία των μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων, ειδικά των παραγωγικών, προκειμένου να βγει η ελληνική οικονομία από την κρίση και να επιτευχθεί ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στην εξωστρέφεια.

Νέο μείγμα οικονομικής πολιτικής

Κατά συνέπεια απαιτείται ένα νέο μείγμα οικονομικής πολιτικής. Χωρίς οριζόντιες πολιτικές λιτότητα με έμφαση στην ανάπτυξη, μέσα από πρακτικά και άμεσα εφαρμόσιμα μέτρα. Κατά επανάληψη το ΒΕΘ έχει θέσει το ζήτημα της δημιουργίας Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ) στις παραμεθόριες περιοχές με ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης των επιχειρήσεων που θα εγκατασταθούν εντός αυτών.
Για τις επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να δοθούν κίνητρα εγκατάστασης και συγκεκριμένα:

-Μειωμένος φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις εντός ΕΟΖ, κάτω του 10% σε σχέση με το 20% που ισχύει σήμερα για τις επιχειρήσεις ανά την επικράτεια.
- Απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης.
- Οι επιχειρήσεις που θα ιδρυθούν και θα δραστηριοποιηθούν εντός των ΕΟΖ να αναλαμβάνουν και συγκεκριμένες δεσμεύσεις, με στόχο τη δημιουργία πρόσθετων πλεονεκτημάτων για τις τοπικές κοινωνίες. Τέτοιου είδους δεσμεύσεις θα μπορούσε να είναι ο καθορισμός ενός ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής ελληνικών προϊόντων. Δηλαδή ποσοστό της τάξης του 80% των έργων και των προμηθειών για την υλοποίηση των επενδύσεων να προέρχεται από ελληνικές εταιρίες. Επίσης να υπάρχει δέσμευση πρόσληψης, τουλάχιστον 20%, του ανειδίκευτου προσωπικού από την τοπική κοινωνία, μέσω του ΟΑΕΔ.

Επιτάχυνση ΕΣΠΑ – Ενεργοποίηση ΣΔΙΤ

Επιτάχυνση του ΕΣΠΑ και ειδικότερα των προγραμμάτων που στοχεύουν στη στήριξη της επιχειρηματικότητας, της απασχόλησης και της κατάρτισης ανθρώπινου δυναμικού. Θα ήταν χρήσιμο να επισημάνουμε την ανάγκη για τον μηδενισμό της εθνικής συμμετοχής στη χρηματοδότηση, κυρίως όταν πρόκειται για παραγωγικές επενδύσεις ή για επενδύσεις υψηλής τεχνολογίας και μεγάλης προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον απαιτείται ενεργοποίηση του Αναπτυξιακού Νόμου και των Συμπράξεων Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα, υλοποίηση μεγάλων αναπτυξιακών έργων, με τη μέθοδο της συγχρηματοδότησης (π.χ. οδικοί άξονες), στοχευμένες πολιτικές και μέτρα για την ενίσχυση σημαντικών κλάδων, που παράγουν διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και υπηρεσίες.

Ενίσχυση της ρευστότητας

Η ενίσχυση της ρευστότητας στην αγορά, που σήμερα αποτελεί το μείζον πρόβλημα των επιχειρήσεων, οφείλει να αποτελέσει άμεση προτεραιότητα, προκειμένου να επιβιώσει η επιχειρηματικότητα και να υπάρξουν οι προϋποθέσεις για νέες επενδύσεις. Τα παρακάτω είναι ενδεικτικά για το μέλλον των επιχειρήσεών:

-Θεσμοθέτηση του συμψηφισμού των οφειλών των επιχειρήσεων προς το κράτος με τις οφειλές του κράτους και του ευρύτερου δημόσιου τομέα προς τις επιχειρήσεις, πάγιο αίτημα που δεν έχει προχωρήσει. Την ώρα που η ρευστότητα των επιχειρήσεων συνεχώς συρρικνώνεται, το δημόσιο οφείλει σημαντικά ποσά προς αυτές. Η πληρωμή ενός μέρους των οφειλών του δημοσίου προς τις επιχειρήσεις, που ξεκίνησε, σίγουρα δίνει, και θα δώσει, μια μικρή ανάσα στην αγορά, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. -Επιστροφή του ΦΠΑ στις εξαγωγικές επιχειρήσεις.

-Ολοκλήρωση του προγράμματος ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Εάν θέλουμε ρευστότητα για τις επιχειρήσεις, πολλές εκ των οποίων είναι στο κόκκινο, και ανάκαμψη, θα πρέπει η εκκρεμότητα αυτή να λήξει και μάλιστα να γίνει με όρους που θα διασφαλίζουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την αξιοπιστία και την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού συστήματος.

-Άμεση σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών έχει το ΕΣΠΑ που θα πρέπει κάποτε να τρέξει ουσιαστικά. Τα προγράμματα του νέου κύκλου ενισχύσεων των ΜμΕ μέσω των ΠΕΠ του ΕΣΠΑ 2007-2013 είναι ζωτικής σημασίας ζήτημα για την μικρομεσαία επιχειρηματική κοινότητα.

-Αναγκαία κρίνεται η πλήρης αναδιοργάνωση του τραπεζικού μας συστήματος, με στόχο τη δημιουργία δύο ισχυρών τραπεζικών πυλώνων (ενός δημόσιου και ενός ιδιωτικού). Τα χρηματοπιστωτικά μας ιδρύματα θα πρέπει να απαλλαχθούν, νομοθετικά, από την υποχρέωση κάλυψης των κρατικών ελλειμμάτων και να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην εξασφάλιση της αναγκαίας ρευστότητας στις επιχειρήσεις, με ικανοποιητικούς όρους.

-Πρέπει να κερδηθεί πολύ γρήγορα το στοίχημα της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και της ταχύτατης παροχής ρευστότητας στις επιχειρήσεις. Παράλληλα θα πρέπει να επιταχυνθεί ο επαναπατρισμός των κεφαλαίων, που μπορούν να δώσουν οξυγόνο στην οικονομία.

Φορολογία

Η φορολογία είναι ένα πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ικανότητα του κράτους να διασφαλίσει κανόνες ισονομίας, δικαιοσύνης και ισότιμης συνεισφοράς στα δημόσια οικονομικά. Επιπλέον δοκιμάζεται η ικανότητα του κράτους να ενθαρρύνει την παραγωγή εθνικού πλούτου, να στηρίξει την ανάπτυξη και να αξιοποιήσει τους καρπούς της προς όφελος της κοινωνίας. Σε μια εποχή όπου οι πολίτες αισθάνονται απογοήτευση και οργή για τη δραματική υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου, η Πολιτεία οφείλει να παρουσιάσει ένα φορολογικό σύστημα το οποίο θα είναι πραγματικά δίκαιο, λειτουργικό και αποτελεσματικό. Θα στηρίζεται στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και όχι στην εξόντωση των συνεπών φορολογούμενων πολιτών και επιχειρήσεων. Σε μια εποχή όπου η χώρα χρειάζεται άμεσα νέες επενδύσεις και θέσεις εργασίας, η Πολιτεία οφείλει να παρέχει ένα βιώσιμο, σταθερό και ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις. Με ανταγωνιστικούς συντελεστές, με μικρό διαχειριστικό κόστος και με συγκεκριμένα κίνητρα για την προσέλκυση κεφαλαίων σε τομείς και κλάδους στρατηγικής σημασίας.

Ειδικότερα η φορολόγηση των εισοδημάτων των ελεύθερων επαγγελματιών και των ατομικών επιχειρήσεων από το πρώτο ευρώ – μετά και από την κατάργηση του αφορολόγητου ορίου των 5.000 ευρώ – με δύο συντελεστές 26% για εισοδήματα μέχρι 50.000 ευρώ και 33% για εισοδήματα άνω του ορίου των 50.000 ευρώ, πιστεύουμε ότι θα επιδεινώσει την κατάσταση αδιεξόδου στην οποία έχει περιέλθει η πλειονότητα των επιχειρηματιών, χωρίς όμως να αποφέρει παράλληλα και επιπλέον φόρους στα δημόσια ταμεία. Ως εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας, αλλά και θεσμοθετημένοι σύμβουλοι της Πολιτείας, έχουμε καταθέσει επανειλημμένα τις προτάσεις μας για ένα σύγχρονο, δίκαιο και λειτουργικό φορολογικό σύστημα.
Πρόκειται για προτάσεις οι οποίες ανταποκρίνονται στις άμεσες αλλά και στις μελλοντικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας.

- Καθιέρωση ενιαίου συντελεστή φορολογίας εισοδήματος για τις επιχειρήσεις, που δεν θα ξεπερνά το 20%, ώστε να είναι στοιχειωδώς ανταγωνιστικός σε σύγκριση με γειτονικές χώρες.

- Μείωση της προκαταβολής φόρου κερδών σε 50% από 80% που είναι σήμερα, σε μια περίοδο ασφυκτικά περιορισμένης ρευστότητας για τις επιχειρήσεις.

- Μείωση των συντελεστών ΦΠΑ, με στόχο την τόνωση της ζήτησης και την ανάκαμψη της ψυχολογίας στην αγορά.

- Άρση των φορολογικών αντικινήτρων για την ανέγερση και αγορά κατοικίας, καθώς και για τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται για επαγγελματικές ή βιοτεχνικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι σχεδιάζεται για τις επιχειρήσεις η φορολόγηση των ακινήτων τους όχι μόνο με τρεις συντελεστές που ισχύουν σήμερα (0,1%, 0,3% και 0,6%) αλλά με 10 συντελεστές, ανάλογα με τη χρήση του ακίνητου (άλλος για εμπορικά, άλλος για βιομηχανικά ακίνητα κλπ.).

-Παροχή κινήτρων στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε δυναμικούς κλάδους, όπως: η ενέργεια, οι εξαγωγές και ο τουρισμός.

Απλούστερες διαδικασίες

Στα χρόνια που έρχονται, η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί νέες επενδύσεις και σημαντική εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό, προκειμένου να καταστεί βιώσιμη και να αποκτήσει νέα προοπτική. Ωστόσο, με τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα, ακόμα και οι υφιστάμενες επιχειρήσεις αναγκάζονται να κλείσουν ή να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές χώρες. Για την αναστροφή της κατάστασης απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις.
Οι προτάσεις του ΒΕΘ, τις οποίες έχει διατυπώσει επανειλημμένα προς την Πολιτεία, περιλαμβάνουν:

-Απλοποίηση των διαδικασιών για την έναρξη επιχειρήσεων

- Απλούστερες και ταχύτερες διαδικασίες έγκρισης επενδύσεων, ειδικά σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, για την οικονομία και την απασχόληση. - Ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων για το άνοιγμα κλειστών αγορών και επαγγελμάτων.

- Μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις, ώστε η Ελλάδα να καταστεί ανταγωνιστική σε σχέση με τις γειτονικές της χώρες.

-Εφαρμογή ρυθμιστικών πλαισίων που καθορίζουν με σαφήνεια τους περιβαλλοντικούς όρους και τις προδιαγραφές χρήσης γης.

-Μείωση του χρόνου εκδίκασης υποθέσεων, με προτεραιότητα σε αυτές που αφορούν την αδειοδότηση σημαντικών επενδύσεων.


Παρά την δυσχερή θέση στην οποία βρίσκεται σήμερα, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει μεγάλες αναπτυξιακές δυνατότητες. Διαθέτει σημαντικά φυσικά πλεονεκτήματα, υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό και ικανούς επιχειρηματίες. Ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα μπορεί και θέλει να ανταποκριθεί στην πρόκληση της οικοδόμησης μιας βιώσιμης και δυναμικής οικονομίας. Αυτό που ζητούμε είναι προϋποθέσεις και ευκαιρίες για δημιουργία.

Παναγιώτης Παπαδόπουλος
Πρόεδρος Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης