ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1940

2013
Υπόμνημα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) προς τον υπουργό Μακεδονίας - Θράκης Θ. Καράογλου
Ημερομηνία: 10 Φεβρουαρίου 2013 11:18:39


Η καινούργια, πολύ δύσκολη χρονιά που διανύουμε, μετά από την επίπονη προσπάθεια διάσωσης της ελληνικής οικονομίας και την παραμονή της χώρας στο ευρώ, βρίσκει τον επιχειρηματικό κόσμο με ανάμεικτα συναισθήματα.

Παρά το γεγονός ότι η θετική, αυτή, εξέλιξη αλλά και η αλλαγή αντιμετώπισης, προς το ευμενέστερο, από την πλευρά των εταίρων μας αποτελεί μία σημαντική ευκαιρία για την ελληνική οικονομία, εντούτοις η επιχειρηματική κοινότητα, ο μοχλός ανάπτυξης για κάθε οικονομία, συνεχίζει να βαδίζει σε σκοτεινά μονοπάτια.

Τα αδιέξοδα συνεχίζουν να βρίσκονται μπροστά μας, η επιβολή νέων, συχνά ιδιαίτερα ευφάνταστων φόρων, καλά κρατεί, η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα ενισχύεται, ενώ η αίσθηση ότι δεν υπάρχει φως στο βάθος του τούνελ επιτείνεται. Οι θέσεις εργασίας συνεχώς μειώνονται, οι επιχειρήσεις αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στις λειτουργικές τους υποχρεώσεις τους και, όπως είναι επόμενο, τα λουκέτα αυξάνονται με μαθηματική ακρίβεια. Ο επιχειρηματικός κόσμος γνωρίζει πολύ καλά ότι χωρίς πραγματική βούληση για την ανάπτυξη της χώρας και χωρίς μέτρα που θα ενισχύουν την πραγματική οικονομία, μεταστροφή προς το θετικότερο δεν θα υπάρξει. Αντίθετα, ο κύκλος της διαρκούς ύφεσης θα είναι επαναλαμβανόμενος με θύματα μόνον επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας.

Ενδεικτικά είναι τα παραδείγματα της αύξησης των φόρων στο πετρέλαιο (εξίσωση πετρελαίου κίνησης – θέρμανσης), της αύξησης της ενέργεια, που επιβάλλονται παρόλο που δεν αποδίδουν κανένα δημοσιονομικό όφελος αλλά αντιθέτως δημιουργούν ένα ακόμη άγος σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Αυτό που θα πρέπει να αντιληφθεί και η πολιτεία αλλά και η τρόικα, που συνεχώς εμφανίζεται με νέες απαιτήσεις, είναι ότι η ανάπτυξη δεν έρχεται με την επιβολή μέτρων που οδηγούν σε βαθύτερη ύφεση.

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) πιστεύει βαθιά ότι με οριζόντιες πολιτικές, η τακτική των οποίων είχε επιλεγεί κατά το πρόσφατο παρελθόν, δεν θα επιτευχθεί ο στόχος της αύξησης των δημοσίων εσόδων. Χρειαζόμαστε επειγόντως λύσεις για την πραγματική οικονομία. Δεν μπορούμε να ακούμε επανειλημμένα λέξεις όπως: ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, ρευστότητα, και στην πραγματικότητα ότι απόφαση λαμβάνεται, να δυσχεραίνει τη θέση των επιχειρήσεων. Εν μέσω της δυσμενούς συγκυρίας που βιώνουμε η προστασία των μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων, ειδικά των παραγωγικών, πρέπει να αποτελεί εθνική προτεραιότητα, ώστε να βγει η ελληνική οικονομία από την κρίση και να επιτευχθεί ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στην εξωστρέφεια.
 
Την ώρα που η ρευστότητα των επιχειρήσεων συνεχώς συρρικνώνεται, το δημόσιο οφείλει σημαντικά ποσά προς αυτές. Η πληρωμή ενός μέρους των οφειλών του δημοσίου προς τις επιχειρήσεις, που ξεκίνησε, σίγουρα δίνει, και θα δώσει, μια μικρή ανάσα στην αγορά, αλλά από μόνη της δεν αρκεί. Πρέπει να κερδηθεί πολύ γρήγορα το στοίχημα της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και της ταχύτατης παροχής ρευστότητας στις επιχειρήσεις. Παράλληλα θα πρέπει να επιταχυνθεί ο επαναπατρισμός των κεφαλαίων, που μπορούν να δώσουν οξυγόνο στην οικονομία.

Επανεκκίνηση της παραγωγικής μηχανής

Η επανεκκίνηση της παραγωγικής μας μηχανής και η έξοδος της χώρας από την κρίση προϋποθέτει αλλαγή της σημερινής οικονομικής φιλοσοφίας, εγκατάλειψη, του στόχου της εσωτερικής υποτίμησης που αποδείχθηκε αναποτελεσματικός και υιοθέτηση μίας δυναμικής αναπτυξιακής πολιτικής, με παράλληλη επιμήκυνση της αναγκαίας, για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών μας, περιόδου. Ανάπτυξη σημαίνει μαζικές, εξωστρεφείς και καινοτόμες επενδύσεις στους τομείς όπου η χώρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα. Επενδύσεις, όμως, χωρίς ανατροπή του σημερινού υφεσιακού κλίματος, που τροφοδοτείται από τη γενικευμένη λιτότητα και την υπερφορολόγηση των πάντων, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν.

Φορολογία

Η φορολογία είναι ένα πεδίο στο οποίο δοκιμάζεται η ικανότητα του κράτους να διασφαλίσει κανόνες ισονομίας, δικαιοσύνης και ισότιμης συνεισφοράς στα δημόσια οικονομικά. Επιπλέον δοκιμάζεται η ικανότητα του κράτους να ενθαρρύνει την παραγωγή εθνικού πλούτου, να στηρίξει την ανάπτυξη και να αξιοποιήσει τους καρπούς της προς όφελος της κοινωνίας. Σε μια εποχή όπου οι πολίτες αισθάνονται απογοήτευση και οργή για τη δραματική υποβάθμιση του βιοτικού τους επιπέδου, η Πολιτεία οφείλει να παρουσιάσει ένα φορολογικό σύστημα το οποίο θα είναι πραγματικά δίκαιο, λειτουργικό και αποτελεσματικό. Θα στηρίζεται στη διεύρυνση της φορολογικής βάσης και όχι στην εξόντωση των συνεπών φορολογούμενων πολιτών και επιχειρήσεων. Σε μια εποχή όπου η χώρα χρειάζεται άμεσα νέες επενδύσεις και θέσεις εργασίας, η Πολιτεία οφείλει να παρέχει ένα βιώσιμο, σταθερό και ευνοϊκό φορολογικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις. Με ανταγωνιστικούς συντελεστές, με μικρό διαχειριστικό κόστος και με συγκεκριμένα κίνητρα για την προσέλκυση κεφαλαίων σε τομείς και κλάδους στρατηγικής σημασίας.

Ειδικότερα η φορολόγηση των εισοδημάτων των ελεύθερων επαγγελματιών και των ατομικών επιχειρήσεων από το πρώτο ευρώ – μετά και από την κατάργηση του αφορολόγητου ορίου των 5.000 ευρώ – με δύο συντελεστές 26% για εισοδήματα μέχρι 50.000 ευρώ και 33% για εισοδήματα άνω του ορίου των 50.000 ευρώ, πιστεύουμε ότι θα επιδεινώσει την κατάσταση αδιεξόδου στην οποία έχει περιέλθει η πλειονότητα των επιχειρηματιών, χωρίς όμως να αποφέρει παράλληλα και επιπλέον φόρους στα δημόσια ταμεία.

Ως εκπρόσωποι της επιχειρηματικής κοινότητας, αλλά και θεσμοθετημένοι σύμβουλοι της Πολιτείας, έχουμε καταθέσει επανειλημμένα τις προτάσεις μας για ένα σύγχρονο, δίκαιο και λειτουργικό φορολογικό σύστημα. Πρόκειται για προτάσεις οι οποίες ανταποκρίνονται στις άμεσες αλλά και στις μελλοντικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας:

- Καθιέρωση ενιαίου συντελεστή φορολογίας εισοδήματος για τις επιχειρήσεις, που δεν θα ξεπερνά το 20%, ώστε να είναι στοιχειωδώς ανταγωνιστικός σε σύγκριση με γειτονικές χώρες.

- Μείωση της προκαταβολής φόρου κερδών σε 50% από 80% που είναι σήμερα, σε μια περίοδο ασφυκτικά περιορισμένης ρευστότητας για τις επιχειρήσεις.

- Μείωση των συντελεστών ΦΠΑ, με στόχο την τόνωση της ζήτησης και την ανάκαμψη της ψυχολογίας στην αγορά.

- Άρση των φορολογικών αντικινήτρων για την ανέγερση και αγορά κατοικίας, καθώς και για τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται για επαγγελματικές ή βιοτεχνικές δραστηριότητες. Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι ότι σχεδιάζεται για τις επιχειρήσεις η φορολόγηση των ακινήτων τους όχι μόνο με τρεις συντελεστές που ισχύουν σήμερα (0,1%, 0,3% και 0,6%) αλλά με 10 συντελεστές, ανάλογα με τη χρήση του ακίνητου (άλλος για εμπορικά, άλλος για βιομηχανικά ακίνητα κλπ.).

-Παροχή κινήτρων στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε δυναμικούς κλάδους, όπως: η ενέργεια, οι εξαγωγές και ο τουρισμός.

Ρευστότητα - Αναδιοργάνωση του τραπεζικού συστήματος

Συνδυαστικά με την ενίσχυση της ρευστότητας, που είναι το μέγα ζητούμενο προκειμένου οι επιχειρήσεις να επιβιώσουν, θα πρέπει να υλοποιηθούν θεσμικές ρυθμίσεις που ζητούνται, επανειλημμένα, από τον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά ουδέποτε έχουν γίνει πραγματικότητα.

Τα παρακάτω είναι ενδεικτικά για το μέλλον των επιχειρήσεών:

-Θεσμοθέτηση του συμψηφισμού των οφειλών των επιχειρήσεων προς το κράτος με τις οφειλές του κράτους και του ευρύτερου δημόσιου τομέα προς τις επιχειρήσεις, πάγιο αίτημα που δεν έχει προχωρήσει.

-Επιστροφή του ΦΠΑ στις εξαγωγικές επιχειρήσεις.

-Ολοκλήρωση του προγράμματος ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών. Εάν θέλουμε ρευστότητα για τις επιχειρήσεις, πολλές εκ των οποίων είναι στο κόκκινο, και ανάκαμψη, θα πρέπει η εκκρεμότητα αυτή να λήξει και μάλιστα να γίνει με όρους που θα διασφαλίζουν στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό την αξιοπιστία και την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού συστήματος.

-Άμεση σχέση με την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών έχει το ΕΣΠΑ που θα πρέπει κάποτε να τρέξει ουσιαστικά. Τα προγράμματα του νέου κύκλου ενισχύσεων των ΜμΕ μέσω των ΠΕΠ του ΕΣΠΑ 2007-2013 είναι ζωτικής σημασίας ζήτημα για την μικρομεσαία επιχειρηματική κοινότητα. Για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη διοχέτευση των εν λόγω πόρων, έχουμε προτείνει την ενεργοποίηση της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων, μέσω της συγκρότησης ειδικών επιτροπών στα επιμελητήρια της χώρας.

-Αναγκαία κρίνεται η πλήρης αναδιοργάνωση του τραπεζικού μας συστήματος, με στόχο τη δημιουργία δύο ισχυρών τραπεζικών πυλώνων (ενός δημόσιου και ενός ιδιωτικού). Τα χρηματοπιστωτικά μας ιδρύματα θα πρέπει να απαλλαχθούν, νομοθετικά, από την υποχρέωση κάλυψης των κρατικών ελλειμμάτων και να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην εξασφάλιση της αναγκαίας ρευστότητας στις επιχειρήσεις, με ικανοποιητικούς όρους.

-Επιπλέον θα πρέπει οι τράπεζες να ακολουθήσουν την απόφαση για παράταση κατά δύο χρόνια της αποπληρωμής των δανείων που ελήφθησαν μέσω του ΕΤΕΑΝ. Μέχρι σήμερα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα καταστρατηγούν τη σχετική απόφαση δημιουργώντας προσκόμματα στους δανειολήπτες.

Ειδικές Οικονομικές Ζώνες

Κατά επανάληψη το ΒΕΘ έχει θέσει το ζήτημα της δημιουργίας Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ) στις παραμεθόριες περιοχές με ευνοϊκό καθεστώς φορολόγησης των επιχειρήσεων που θα εγκατασταθούν εντός αυτών. Για τις επιχειρήσεις αυτές θα πρέπει να δοθούν κίνητρα εγκατάστασης και συγκεκριμένα:
 
-Μειωμένος φορολογικός συντελεστής για τις επιχειρήσεις εντός ΕΟΖ, κάτω του 10% σε σχέση με το 20% που ισχύει σήμερα για τις επιχειρήσεις ανά την επικράτεια.

- Απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης.

- Οι επιχειρήσεις που θα ιδρυθούν και θα δραστηριοποιηθούν εντός των ΕΟΖ να αναλαμβάνουν και συγκεκριμένες δεσμεύσεις, με στόχο τη δημιουργία πρόσθετων πλεονεκτημάτων για τις τοπικές κοινωνίες.
Τέτοιου είδους δεσμεύσεις θα μπορούσε να είναι ο καθορισμός ενός ελάχιστου ποσοστού συμμετοχής ελληνικών προϊόντων. Δηλαδή ποσοστό της τάξης του 80% των έργων και των προμηθειών για την υλοποίηση των επενδύσεων να προέρχεται από ελληνικές εταιρίες. Επίσης να υπάρχει δέσμευση πρόσληψης, τουλάχιστον 20%, του ανειδίκευτου προσωπικού από την τοπική κοινωνία, μέσω του ΟΑΕΔ.

Εξορθολογισμός αγοράς ενέργειας

Απαιτείται εξορθολογισμός της αγοράς ενέργειας, που έχει καταντήσει βρόγχος για τις επιχειρήσεις, αφού έχει εκτοξεύσει στα ύψη το κόστος παραγωγής τους και έχει μειώσει ακόμη περισσότερο τη διεθνή μας ανταγωνιστικότητα.

Επίδομα ανεργίας για τους ελεύθερους επαγγελματίες

Σαφώς και το επίδομα ανεργίας που αναμένεται να ξεκινήσει να δίδεται από το Μάρτιο σε περίπου 20.000 ελεύθερους επαγγελματίες, που ανέστειλαν την λειτουργία τους, αποτελεί έστω και πρόσκαιρη ανάσα. Ωστόσο θα πρέπει να επιμηκυνθεί χρονικά (προβλέπεται για 3 ως και 9 μήνες) και να επεκταθεί σε μεγαλύτερο αριθμό ανέργων .

Κατάργηση υποχρεωτικότητας εγγραφής στα Επιμελητήρια

Μετά το βίαιο κούρεμα των αποθεματικών των επιμελητηρίων, ήρθε η χαριστική βολή της κατάργησης της υποχρεωτικότητας εγγραφής στα επιμελητήρια που θα ισχύσει από 1-1-2015. Τα επιμελητήρια είναι ένας θεσμός που στηρίζει παραδοσιακά τις ελληνικές επιχειρήσεις. Τα επιμελητήρια προσφέρουν μία σειρά ανταποδοτικών υπηρεσιών, κατά κύριο λόγο, στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες με το κόστος εγγραφής να ανέρχεται, κατά μέσο όρο, σε 50 ευρώ. Επιπλέον τα επιμελητήρια χρηματοδοτούν πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια όργανα και συγκεκριμένα τη ΓΣΕΒΕΕ, την ΕΣΕΕ, το Διεθνές Επιμελητήριο καθώς και όλους τους συνδικαλιστικούς φορείς, οι οποίοι εκπροσωπούν τους επιχειρηματίες.
 
Δυστυχώς η κατάργηση της υποχρεωτικότητας εγγραφής των επιχειρήσεων στα επιμελητήρια, χωρίς μάλιστα εναλλακτική πρόταση χρηματοδότησης θα έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία χαοτική κατάσταση στους φορείς που εκπροσωπούν το επιχειρείν.

Είναι απορίας άξιο πως η επίσημη πολιτεία κατέληξε τόσο αβασάνιστα στη νομοθέτηση αυτής της ρύθμισης, χωρίς να προσπαθήσει να αντιληφθεί τις συνέπειές της. Η κατάργηση της υποχρεωτικής εγγραφής του παραγωγικού κόσμου στον φυσικό του φορέα, τα επιμελητήρια, αποδυναμώνει και τείνει να εξαφανίσει τον παραγωγικό ιστό, εξουδετερώνει δε την οργάνωση και λειτουργία του κρατικού μηχανισμού στον ειδικό αυτό τομέα, καθώς ο συμβουλευτικός και γνωμοδοτικός χαρακτήρας των Επιμελητηρίων προς την Πολιτεία θα υπολείπεται από πλευράς καθολικότητας.

Είναι βέβαιο ότι η έξοδος της ελληνικής οικονομίας από την κρίση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν στο επόμενο διάστημα, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Όμως, ο ρόλος των επιχειρήσεων θα είναι εξίσου σημαντικός. Υπάρχει ανάγκη να προσαρμοστούμε στρατηγικά σε ένα νέο περιβάλλον. Ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό, από νέα καταναλωτικά πρότυπα και ανάγκες. Η επιχειρηματικότητα οφείλει να κάνει ένα μεγάλο άλμα μπροστά, ξεφεύγοντας από περιχαρακώσεις του παρελθόντος. Σε όλα αυτά η πολιτεία θα πρέπει να είναι συμπαραστάτης και όχι αντίπαλος σε ένα παιχνίδι χωρίς επιστροφή για την ελληνική οικονομία.

Παναγιώτης Παπαδόπουλος

Πρόεδρος Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης