ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1940

2013
Άρθρο του προέδρου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης, Π. Παπαδόπουλου στο αφιέρωμα για την 78η ΔΕΘ της εφημερίδας ‘Τύπος της Θεσσαλονίκης’
Ημερομηνία: 10 Σεπτεμβρίου 2013 11:52:36


Π. Παπαδόπουλος: Ιεράρχηση στόχων για την ανάκαμψη της οικονομίας

Απαισιοδοξία, αβεβαιότητα, πτώση τζίρου, ανελέητες, ευφάνταστες, φοροεπιδρομές συνθέτουν την εικόνα που επικρατεί στον κλάδο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, που την τελευταία τριετία μοιάζουν, η πλειονότητα αυτών, να αδυνατούν να ανταπεξέλθουν στην παρατεταμένη ύφεση.

Η σχεδόν ανύπαρκτη ρευστότητα σε συνδυασμό με την καταναλωτική δυσπραγία αναγκάζει ακόμη και βιοτεχνίες με ιστορία ετών να βάλουν τέλος στη δραστηριότητα τους, πολλαπλασιάζοντας εκκωφαντικά τον ήχο της κλειδωνιάς του λουκέτου. Όλοι μας κατανοούμε ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να δίνει για πολύ καιρό ακόμα έναν αγώνα επιβίωσης, μία τιτάνια μάχη. Μια μάχη που απαιτεί ταχύτητα, αποφασιστικότητα και πολλή δουλειά. Η κυβέρνηση πρέπει να διαμορφώσει προϋποθέσεις ανάκαμψης της οικονομίας, μέσα από ένα ξεκάθαρο και αξιόπιστο πρόγραμμα, με προτεραιότητες την επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και τον περιορισμό του κράτους, την επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας, προϊόντων και υπηρεσιών.

Σαφώς και γίνονται θετικά βήματα από την πλευρά της κυβέρνησης, η οποία δείχνει μεθοδικότητα και γνώση του τι πρέπει να πράξει, ωστόσο ο χρόνος πιέζει, η αγορά έχει στεγνώσει, τα νοικοκυριά στενάζουν υπό το βάρος των συνεχών φοροεπιδρομών, τις μειώσεις μισθών, η τρόικα πιέζει ασφυκτικά. Αν θέλουμε να ανατρέψουμε το σκηνικό χρειαζόμαστε ανάπτυξη εδώ και τώρα, όχι με βαρύγδουπες δηλώσεις αλλά με πράξεις. Η αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, που θα συνεισφέρει στην ανάπτυξη της χώρας αναδεικνύεται σήμερα σε βασική προϋπόθεση για την αναθέρμανση της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2012, ο συνολικός συντελεστής φορολόγησης επιχειρήσεων στην Ελλάδα βρίσκεται περίπου στο μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε.

Ωστόσο, η χώρα μας εξακολουθεί να καταλαμβάνει τη χειρότερη θέση όσον αφορά το μακροοικονομικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις. Υστερεί σε σύγκριση με χώρες όπως η Ρουμανία και η Σλοβακία, όπου οι φορολογικοί συντελεστές κινούνται περίπου στα ίδια επίπεδα αλλά το επιχειρηματικό κλίμα είναι αισθητά καλύτερο. Είναι επίσης σημαντικό ότι τουλάχιστον δύο γειτονικές με την Ελλάδα χώρες, η Κύπρος και η Βουλγαρία, διαθέτουν ιδιαίτερα χαμηλούς φορολογικούς συντελεστές, γεγονός που ενισχύει το φαινόμενο της μετανάστευσης των επιχειρήσεων. Κατά συνέπεια σε μια περίοδο όπου η ύφεση αποτελεί το μεγαλύτερο εμπόδιο στην ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, απαιτείται η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις.

Την ίδια ώρα ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης στα καύσιμα είναι έως και πέντε φορές υψηλότερος σε σχέση με αντίστοιχους φόρους ευρωπαϊκών χωρών, ενώ το τέλος ΑΠΕ έχει αυξηθεί σε υψηλά επίπεδα με συνέπεια το κόστος της ενέργειας να αγγίζει σε πολλές περιπτώσεις μέχρι και το 50% του συνολικού κόστους παραγωγής. Το αποτέλεσμα είναι οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν πρόβλημα επιβίωσης και να υποβαθμίζεται συνολικά η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων.

Επιπλέον η υψηλή φορολογία είναι ένας από τους λόγους που οδηγούν σε κατάρρευση την αγορά ακινήτων και τον κατασκευαστικό κλάδο. Στη διάρκεια της τελευταίας τριετίας, η κατοχή, η απόκτηση και η μεταβίβαση ακινήτου, επιβαρύνονται με όλο και υψηλότερους φόρους, καθιστώντας απαγορευτική την ανάπτυξη οποιασδήποτε επενδυτικής δραστηριότητας. Κι ενώ υπολογίζεται ότι τα μισά από τα 40 δισ. ευρώ, που χάθηκαν από το ελληνικό ΑΕΠ την τετραετία 2009 – 2012, προέρχονται από το χώρο των κατασκευών, δεν έχει ληφθεί μέχρι στιγμής κανένα ουσιαστικό μέτρο για την αναζωογόνηση του κλάδου.

Εφόσον, λοιπόν, η κυβέρνηση αποφάσισε – ορθώς – να πιέσει την τρόικα για μέτρα φορολογικής ελάφρυνσης- όπως έπραξε, με επιτυχία, έστω και για ένα πιλοτικό διάστημα, για τη μείωση του ΦΠΑ- θα πρέπει να εστιάσει και σε κλάδους που συνδέονται άμεσα με την προσπάθεια για ενίσχυση της παραγωγικής βάσης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Μόνο με ιεράρχηση προτεραιοτήτων και στρατηγικού σχεδιασμού θα μπορέσει να ανακάμψει η οικονομία.