ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΒΙΟΤΕΧΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ 1940

2014
Υπόμνημα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης προς τον υπουργό Μακεδονίας-Θράκης
Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2014 12:18:13


Παρά τις επώδυνες, συχνά, προσπάθειες και τις καλές προθέσεις για αλλαγή κλίματος, η επιχειρηματική κοινότητα εξακολουθεί να βαδίζει σε τεντωμένο σχοινί. Η φορολογική λαίλαπα, η υπέρμετρη λιτότητα, η ελλιπής και συχνά ανύπαρκτη, πρόσβαση των επιχειρήσεων σε τραπεζικό δανεισμό, με βιώσιμο κόστος, έχουν αυξήσει με μαθηματική ακρίβεια τα λουκέτα στις επιχειρήσεις, τα οποία, δυστυχώς θα αυξηθούν δραματικά, αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, που θα ανακουφίσουν και θα προσφέρουν μήνυμα αισιοδοξίας.

Ο βιοτεχνικός κόσμος της Θεσσαλονίκης βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπος με τον εφιάλτη της επαπειλούμενης παύσης λειτουργίας. Κατά μέσο όρο ημερησίως, στο πρώτο εξάμηνο του 2014, 4,3 επιχειρήσεις έβαζαν τέλος στην ενεργό δράση. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του μητρώου του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης το διάστημα Ιανουαρίου- Ιουνίου του τρέχοντος έτους, ρολά κατέβασαν 771 βιοτεχνικές επιχειρήσεις όταν ένα χρόνο νωρίτερα, κατά το αντίστοιχο διάστημα, ο αριθμός τους είχε εκτοξευτεί στις 929. Την ίδια ώρα η απροθυμία για έναρξη δραστηριότητας χτυπά ‘κόκκινο’ καθώς μόλις 210 επιχειρήσεις αποφάσισαν να μπουν στον επαγγελματικό στίβο τους πρώτους έξι μήνες του 2014, όταν το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουνίου 2013, 384 βιοτεχνίες έκαναν εγγραφή στο μητρώο του ΒΕΘ.

Ο επιχειρηματικός κόσμος γνωρίζει πολύ καλά ότι χωρίς πραγματική βούληση για την ανάπτυξη της χώρας και χωρίς ουσιαστικά μέτρα που δεν θα βασίζονται στην ανελέητη και ευφάνταστη υπερφορολόγηση, μεταστροφή προς το θετικότερο δεν θα υπάρξει. Αντίθετα, ο κύκλος της διαρκούς ύφεσης θα είναι επαναλαμβανόμενος με θύματα μόνον επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας.

Το ΒΕΘ πιστεύει βαθιά ότι με οριζόντιες πολιτικές, η τακτική των οποίων είχε επιλεγεί κατά το πρόσφατο παρελθόν, δεν θα επιτευχθεί ο στόχος της αύξησης των δημοσίων εσόδων. Χρειαζόμαστε επειγόντως λύσεις για την πραγματική οικονομία. Δεν μπορούμε να ακούμε επανειλημμένα λέξεις όπως: ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα, ρευστότητα, και στην πραγματικότητα ότι απόφαση λαμβάνεται, να δυσχεραίνει τη θέση των επιχειρήσεων. Εν μέσω της δυσμενούς συγκυρίας που βιώνουμε η προστασία των μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων, ειδικά των παραγωγικών, πρέπει να αποτελέσει εθνική προτεραιότητα, ώστε να βγει η ελληνική οικονομία από την κρίση και να επιτευχθεί ο αναπροσανατολισμός του παραγωγικού και αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, με έμφαση στην εξωστρέφεια.

Από την πλευρά τους τα Επιμελητήρια και δη το ΒΕΘ, εκπληρώνοντας το θεσμικό τους ρόλο, ως συμβούλων της πολιτείας στην χάραξη της οικονομικής πολιτικής, έχουν υποβάλει επανειλημμένα στην ελληνική κυβέρνηση τις προτάσεις τους. Σε αυτό το πλαίσιο θα συνεχίσουμε να κινούμαστε ευελπιστώντας ότι θα εισακουσθούμε.

Για τις επιχειρήσεις και την ανάπτυξη, διεκδικούμε:

- Βελτίωση των συνθηκών ρευστότητας στην πραγματική οικονομία. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι χωρίς συνθήκες επαρκούς χρηματοδότησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεν μπορούν να υπάρξουν νέες επενδύσεις και θέσεις εργασίας, δεν μπορεί να υπάρξει ανάκαμψη.

-Τα προγράμματα που υλοποιούνται με πόρους του ΕΣΠΑ και της ΕΤΕπ για την ενίσχυση της ρευστότητας, δεν μπορούν να αποδώσουν τα προσδοκώμενα οφέλη, εάν δεν υπάρξει ουσιαστική ενεργοποίηση και συμμετοχή των τραπεζών.
- Οι συστημικές τράπεζες θα πρέπει να καταβάλουν το ποσό που τους αναλογεί ώστε με την κατάλληλη μόχλευση, να αξιοποιηθεί η δυνατότητα για διοχέτευση ρευστότητας στην αγορά. Επιπλέον, πρέπει να αναδειχθεί ο στρατηγικός ρόλος της χρηματοδότησης των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων, στην προσπάθεια ανάκαμψης και ανάταξης της ελληνικής οικονομίας.

- Μακρόπνοη και στοχευμένη στρατηγική, για την αξιοποίηση των πόρων του νέου ΕΣΠΑ. Απαιτείται ένα ξεκάθαρο σχέδιο, που θα κατευθύνει ιδιωτικούς και δημόσιους πόρους στην επιχειρηματικότητα, στην εξωστρέφεια και στην απασχόληση. Η πολυδιάσπαση των δράσεων και η χρηματοδότηση έργων βιτρίνας, είναι λάθη που πρέπει πάση θυσία να αποφευχθούν.

-Θέσπιση του ορισμού της «εντός της κρίσης μικρομεσαίας επιχείρησης» για όσες βιώσιμες επιχειρήσεις δεν είχαν φορολογικές και ασφαλιστικές οφειλές πριν το 2010, ώστε να εντάσσονται αυτόματα σε όλες τις υφιστάμενες ρυθμίσεις.

-Οι μειώσεις των προστίμων για τις φορολογικές παραβάσεις απλά χρυσώνουν το χάπι. Όταν η επιχείρηση βρίσκεται σε δεινή θέση, είναι πολύ δύσκολο να καταβάλει οποιαδήποτε πρόστιμο. Δυστυχώς το υπουργείο Οικονομικών στην προσπάθεια του να αφυπνίσει τους λίγους, που ενδεχομένως μπορούν αλλά δεν θέλουν να τακτοποιήσουν τις οφειλές τους, δημιουργεί νέο πόλο ανασφάλειας.

-Απαραίτητη είναι η μεταρρύθμιση του καθεστώτος ΦΠΑ προκειμένου όχι μόνο να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα αλλά να δοθεί ώθηση στο επιχειρείν, ειδικά στο μικρομεσαίο, μέσω της απλοποίησης του συστήματος. Το υπουργείο Οικονομικών θα πρέπει να προχωρήσει στη θέσπιση ενός ορίου τζίρου κάτω από το οποίο δεν θα είναι υποχρεωτική η υπαγωγή σε ΦΠΑ, καθώς και στην εκκαθάριση του μητρώου των υπόχρεων σε υποβολή περιοδικών δηλώσεων και καταβολή ΦΠΑ.

-Μείωση του φόρου εισοδήματος σε κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα, με απώτατη στόχευση το 15%. Η μείωση όλων των φορολογικών επιβαρύνσεων, θα ενθαρρύνει τις επενδύσεις και θα ενισχύσει την ανάκαμψη. -Αν και είναι ιδιαίτερα ενισχυτική για την ρευστότητα, η εξαγγελία του πρωθυπουργού για τον συμψηφισμό οφειλών ΦΠΑ μεταξύ ιδιωτικού τομέα και του ευρύτερου Δημοσίου, ο επιχειρηματικός κόσμος ζητά την άμεση εφαρμογή της και την επέκταση της και σε επιχειρήσεις με ανώτερο ετήσιο τζίρο από αυτόν που προβλέπεται σήμερα, δηλαδή τις 500.000 ευρώ.


Διαμόρφωση ενός σταθερού και ανταγωνιστικού φορολογικού περιβάλλοντος. Αυτό που πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι η φορολογία είναι ένα εργαλείο για την ανάπτυξη της οικονομίας, αλλά και για την ευημερία της κοινωνίας.

Απαιτούνται πολιτικές όπως:

-Αναμόρφωση της φορολογίας ακινήτων, σε ορθολογικές βάσεις. Άρση των φορολογικών αντικινήτρων για την ανέγερση και αγορά κατοικίας, καθώς και για τα ακίνητα που χρησιμοποιούνται για επαγγελματικές ή βιοτεχνικές δραστηριότητες.

- Άμεσες πρωτοβουλίες για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Θα πρέπει να υπάρξουν συγκεκριμένα μέτρα ελάφρυνσης της βιομηχανίας, στα πρότυπα πολιτικών που έχουν εφαρμόσει άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία.

Αποτελεσματικότερη πάταξη της φοροδιαφυγής και διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά, με την ενθάρρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών:

-Διασφάλιση του χαμηλότερου δυνατού ύψους προμήθειας εκ μέρους των τραπεζών.

-Υιοθέτηση εξατομικευμένης προσέγγισης στο θέμα της άρσης αναστολής πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, με έλεγχο κάθε περίπτωσης ξεχωριστά. Για να στηριχθούν οι δανειολήπτες που έχουν πραγματικά ανάγκη, να παταχθούν καταχρηστικές συμπεριφορές και να προστατευθεί η αγορά από τον κίνδυνο της υπερπροσφοράς και της πλήρους απαξίωσης των τιμών.

Τροποποίηση του σχεδίου ρύθμισης οφειλών προς τα ασφαλιστικά ταμεία με βάση και την πρόταση της ΚΕΕΕ:

- Η καταβολή των δόσεων, πέραν των τρεχουσών μηνιαίων εισφορών, σε διάστημα 51 μηνών. Το ύψος της δόσης να αυξάνεται κλιμακωτά, ξεκινώντας από το 1% της κεφαλαιοποιημένης οφειλής για το πρώτο δωδεκάμηνο και φθάνοντας στο 3%, από το τέταρτο δωδεκάμηνο και μέχρι την τελική εξόφληση.

- Μείωση από 1/1/2014 κατά 10% των ασφαλιστικών εισφορών σε όλες τις επιχειρήσεις που καταβάλλουν ανελλιπώς τις ασφαλιστικές εισφορές τους. Απλούστερες διαδικασίες Στα χρόνια που έρχονται, η ελληνική οικονομία θα χρειαστεί νέες επενδύσεις και σημαντική εισροή κεφαλαίων από το εξωτερικό, προκειμένου να καταστεί βιώσιμη και να αποκτήσει νέα προοπτική. Ωστόσο, με τις συνθήκες που επικρατούν σήμερα, ακόμα και οι υφιστάμενες επιχειρήσεις αναγκάζονται να κλείσουν ή να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους σε γειτονικές χώρες. Για την αναστροφή της κατάστασης απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις.

Οι προτάσεις του ΒΕΘ, τις οποίες έχει διατυπώσει επανειλημμένα προς την Πολιτεία, περιλαμβάνουν:

-Απλοποίηση των διαδικασιών για την έναρξη επιχειρήσεων.

- Απλούστερες και ταχύτερες διαδικασίες έγκρισης επενδύσεων, ειδικά σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας, για την οικονομία και την απασχόληση.

- Μείωση των φορολογικών συντελεστών για τις επιχειρήσεις, ώστε η Ελλάδα να καταστεί ανταγωνιστική σε σχέση με τις γειτονικές της χώρες.

- Εφαρμογή ρυθμιστικών πλαισίων που καθορίζουν με σαφήνεια τους περιβαλλοντικούς όρους και τις προδιαγραφές χρήσης γης.

-Μείωση του χρόνου εκδίκασης υποθέσεων, με προτεραιότητα σε αυτές που αφορούν την αδειοδότηση σημαντικών επενδύσεων.

Βήματα για την ανάπτυξη

-Βελτίωση του Νέου Αναπτυξιακού Νόμου.

-Πλήρης ιδιωτικοποίηση των ΔΕΚΟ που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα.

- Ενεργοποίηση του νόμου για τις Συμπράξεις Δημοσίου και Ιδιωτικού Τομέα.

-Κίνητρα για την επιστροφή των άμεσων ξένων επενδύσεων.

-Συστηματική και τολμηρή αξιοποίηση της δημόσιας ακίνητης περιουσίας.

-Δημιουργία Ειδικών Οικονομικών Ζωνών στις παραμεθόριες περιοχές, με πρόβλεψη συγκεκριμένων κινήτρων για επενδύσεις αλλά και δεσμεύσεων των επενδυτών για τη στήριξη των τοπικών οικονομιών.

-Μετατροπή των αεροδρομίων και λιμανιών της χώρας, στην προκειμένη περίπτωση του αεροδρομίου Μακεδονία και του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, σε πόλους τοπικής ανάπτυξης.

-Ολοκληρωμένο πρόγραμμα κατασκευής ιδιωτικών μαρίνων. Στη Θεσσαλονίκη γίνεται κατά καιρούς πολύς λόγος για τη δημιουργία μαρίνων, οι οποίες μένουν μόνο στο σχεδιασμό.
 
-Επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων.

-Μείωση του αριθμού των απαιτούμενων διαδικασιών και εγγράφων για πραγματοποίηση εξαγωγών.

-Αποτελεσματικότερη καταπολέμηση του παραεμπορίου, που αποτελεί γάγγραινα για το επιχειρείν. Πιστεύουμε ότι είναι άμεση ανάγκη να δημιουργηθεί ένας κεντρικός, ενιαίος φορέας, αποκλειστικά υπεύθυνος για το αντικείμενο της δίωξης του παρεμπορίου, με πανελλαδική διάρθρωση και αρμοδιότητα. Η δημιουργία Σώματος Ελέγχου και Δίωξης Παρεμπορίου (ΣΕΔΙΠ)που αποτελεί πρόταση της ΚΕΕΕ, θα ήταν μία φερέγγυα επιλογή για τη λύση του προβλήματος καθώς μέχρι σήμερα η διασπορά των αρμοδιοτήτων δίωξης παραεμπορίου και η απουσία ενός κεντρικού ενιαίου φορέα για την υλοποίηση του σχετικού έργου, δημιουργούν επικαλύψεις, καθιστώντας το σχετικό έργο, στην ουσία, αναποτελεσματικό.

Επιμελητηριακός Θεσμός

Ο επιμελητηριακός θεσμός έχει λόγο ύπαρξης και μάλιστα άκρως σημαντικό. Είναι αδήριτη η ανάγκη απόσυρσης της πράξης νομοθετικού περιεχομένου που προαναγγέλλει το θάνατο των επιμελητηρίων το 2015. Αυτό άλλωστε ζητούμε και με κοινό υπόμνημα που συνυπογράψαμε τα Βιοτεχνικά Επιμελητήρια της χώρας και αποστείλαμε στον υπουργό Ανάπτυξης, Ν. Δένδια.

Η ρύθμιση για την κατάργηση της υποχρεωτικής εγγραφής στα Επιμελητήρια από το 2015 είναι το επιστέγασμα ενός ιδιότυπου διωγμού, που έχει ξεκινήσει εδώ και μια τετραετία περίπου, με τα σχέδια περί υποχρεωτικών συνενώσεων και συγχωνεύσεων. Εάν στερηθούν τη μοναδική πηγή εσόδων τους, τα Επιμελητήρια θα κλείσουν. Ωστόσο, οι υπηρεσίες που προσφέρουν στα μέλη τους, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να καταργηθούν. Κατά συνέπεια, κάποιος φορέας θα πρέπει να αναλάβει το συγκεκριμένο έργο. Εάν τα Επιμελητήρια εκλείψουν με τη σημερινή τους μορφή, θα πρέπει να δημιουργηθούν την επόμενη ημέρα, νέοι, κρατικοί φορείς, οι οποίοι θα επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό.

Επομένως, θα υπάρξει στην περίπτωση αυτή πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος, ενώ το όφελος για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων θα είναι αμελητέο. Κανείς δεν αρνείται την ανάγκη αναμόρφωσης της λειτουργίας των Επιμελητηρίων, ώστε οι υπηρεσίες τους να προσαρμοστούν ακόμη καλύτερα στις ανάγκες της εποχής και των μελών τους. Γι’ αυτό, άλλωστε, η Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων έχει ξεκινήσει την κατάρτιση ολοκληρωμένης πρότασης, για τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση του θεσμού.

Μέσα στη λαίλαπα που βιώνουμε πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η χώρα δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε καταργήσεις φορέων που στους κόλπους τους έχουν τον επιχειρηματικό κόσμο, ο οποίος αποτελεί τον αναπτυξιακό πυλώνα της χώρας. Ο ιδιωτικός τομέας στην Ελλάδα μπορεί και θέλει να ανταποκριθεί στην πρόκληση της οικοδόμησης μιας βιώσιμης και δυναμικής οικονομίας. Αυτό που ζητούμε είναι προϋποθέσεις και ευκαιρίες για δημιουργία.